
Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026
του Στέλιου Μερμίγκη
Δεν δαιμονοποιούμε τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα είναι αναγκαία. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι άλλο: ποιος κατέχει τις ενεργειακές υποδομές, ποιος αποφασίζει πού και με ποιους όρους εγκαθίστανται, ποιος επωμίζεται το κόστος και ποιος καρπώνεται τα κέρδη;
Από τη μεταπολεμική οικοδομική επέκταση και τον άναρχο τουρισμό μέχρι τη σημερινή ανεξέλεγκτη εξάπλωση των βιομηχανικών ΑΠΕ, επανέρχεται μια γνώριμη αναπτυξιακή λογική: η γη και οι φυσικοί πόροι αντιμετωπίζονται ως πεδία επενδυτικής εκμετάλλευσης, ενώ οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες μεταφέρονται στους πολλούς.
Αυτή η πολιτική υπονομεύει ακόμη και την κοινωνική αποδοχή των ίδιων των ΑΠΕ. Δεν φταίνε ο ήλιος και ο άνεμος. Το πρόβλημα βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται και υλοποιείται η ενεργειακή μετάβαση: στην άναρχη χωροθέτηση, στην υποβάθμιση των οικοσυστημάτων, στη σύγκρουση με άλλες παραγωγικές δραστηριότητες και στην απουσία ουσιαστικού κοινωνικού οφέλους.
Η Αιτωλοακαρνανία δεν είναι οικόπεδο προς εκμετάλλευση
Η Αιτωλοακαρνανία διαθέτει έναν ανεκτίμητο φυσικό πλούτο: λίμνες και ποτάμια, παραγωγική γη, δάση και οικοσυστήματα μεγάλης σημασίας. Αυτός ο πλούτος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως διαθέσιμο απόθεμα για την υποδοχή επενδύσεων, χωρίς ολοκληρωμένο χωροταξικό σχεδιασμό, αυστηρούς περιβαλλοντικούς όρους και ουσιαστική συμμετοχή των κατοίκων στις αποφάσεις.
Η ιστορία των αγώνων της περιοχής ενάντια στην εγκατάσταση του εργοστασίου πετροχημικών, πριν από περίπου μισό αιώνα, υπενθυμίζει ότι οι τοπικές κοινωνίες έχουν τη δύναμη να αμφισβητούν επιλογές που παρουσιάζονται ως μονόδρομος. Σήμερα απαιτούνται αναθεώρηση του χωροταξικού σχεδιασμού για τις ΑΠΕ και τον τουρισμό, ουσιαστική προστασία της αγροτικής γης και των οικοσυστημάτων και σαφή όρια στην ανεξέλεγκτη επέκταση των μεγάλων εγκαταστάσεων.
Την ίδια ώρα, η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε αγροτικές εκτάσεις παρουσιάζεται ως ευκαιρία ανάπτυξης, την ώρα που πολλοί αγρότες δυσκολεύονται να επιβιώσουν από την ίδια τους την παραγωγή. Αντί να στηρίζεται έμπρακτα η αγροτική δραστηριότητα, να διασφαλίζεται ένα αξιοπρεπές εισόδημα και να δημιουργούνται προοπτικές για την ύπαιθρο, η πίεση που δέχεται η αγροτική γη μπορεί να μετατραπεί σε ευκαιρία για νέες ενεργειακές επενδύσεις.
Το ερώτημα είναι πολιτικό και οικονομικό: θέλουμε μια ύπαιθρο που θα παράγει τρόφιμα, θα στηρίζει τις τοπικές κοινωνίες και θα προστατεύει το φυσικό της περιβάλλον ή μια ύπαιθρο που θα μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε χώρο φιλοξενίας ενεργειακών εγκαταστάσεων, με τις αποφάσεις και τα οφέλη να συγκεντρώνονται μακριά από τους ανθρώπους της;
Από τη μάχη στο Κερατσίνι το 1944 στη σημερινή ενεργειακή πολιτική
Η ιστορία υπενθυμίζει ότι η ενέργεια δεν ήταν ποτέ μια ουδέτερη επιχειρηματική υπόθεση. Το 1944, δυνάμεις της Αντίστασης του ΕΑΜ, συνέβαλαν στη διάσωση του εργοστασίου ηλεκτρισμού στο Κερατσίνι από την καταστροφή κατά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής. Η ηλεκτροπαραγωγή αποτελούσε κρίσιμη υποδομή για την επιβίωση και την ανασυγκρότηση της χώρας.
Λίγα χρόνια αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του 1950, η ίδρυση της ΔΕΗ εξέφρασε την επιλογή συγκρότησης ενός ενιαίου δημόσιου φορέα ηλεκτρισμού, σε αντιδιαστολή με το κατακερματισμένο σύστημα των ιδιωτικών επιχειρήσεων που λειτουργούσαν μέχρι τότε. Η επιλογή αυτή ανέδειξε τη στρατηγική σημασία του ηλεκτρισμού για την οικονομία και την κοινωνία.
Σήμερα, η απολιγνιτοποίηση, με την καταστροφή παραγωγικών υποδομών στη Δυτική Μακεδονία και η ενισχυμένη παρουσία του εισαγόμενου φυσικού αερίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) επαναφέρουν κρίσιμα ερωτήματα: ποιος σχεδιάζει την ενεργειακή μετάβαση, με ποια κριτήρια και με ποιες συνέπειες για την ενεργειακή ασφάλεια, το κόστος του ρεύματος, την εγχώρια παραγωγή και τις τοπικές κοινωνίες;
Το πρόβλημα δεν χρειάζεται θεωρίες συνωμοσίας για να εξηγηθεί. Αρκεί να εξετάσουμε ποιος ελέγχει τις υποδομές, ποιος διαμορφώνει τις επενδυτικές προτεραιότητες, πώς κατανέμονται τα οφέλη και ποιος επωμίζεται τις απώλειες. Όταν η απόδοση των επενδύσεων γίνεται το βασικό κριτήριο για την αξιοποίηση των φυσικών πόρων, οι κοινωνικές ανάγκες και η περιβαλλοντική προστασία κινδυνεύουν να υποχωρήσουν.
Ενέργεια για την κοινωνία, όχι εξουσία πάνω στην κοινωνία
Η ενεργειακή μετάβαση είναι αναγκαία. Δεν είναι, όμως, κοινωνικά ουδέτερη. Το ποιος ελέγχει την παραγωγή, ποιος κατέχει τα δίκτυα, ποιος καθορίζει τις χωροθετήσεις και ποιος εισπράττει τα έσοδα δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι αποφάσεις που καθορίζουν το αναπτυξιακό μοντέλο, τις κοινωνικές ανισότητες και το μέλλον κάθε τόπου.
Απέναντι σε ένα μοντέλο που αντιμετωπίζει τη γη ως επενδυτικό προϊόν και την ενέργεια ως πεδίο συσσώρευσης κερδών, χρειάζεται μια διαφορετική πολιτική κατεύθυνση: δημόσιος σχεδιασμός, κοινωνικός έλεγχος, ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών, προστασία της αγροτικής γης και των οικοσυστημάτων.
Αν η ενεργειακή μετάβαση σημαίνει ότι οι λίγοι θα ιδιοποιούνται τα κέρδη, ενώ οι πολλοί θα πληρώνουν ακριβότερο ρεύμα, θα χάνουν παραγωγική γη και θα βλέπουν το φυσικό περιβάλλον να υποβαθμίζεται, τότε δεν πρόκειται για μια δίκαιη μετάβαση. Πρόκειται για αναδιανομή του πλούτου και της εξουσίας προς όφελος όσων ήδη διαθέτουν οικονομική ισχύ.
