Αύγουστος, κάτω από το βλέμμα της Μάνας

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Του Εκπαιδευτικού & συγγραφέα, Ευθύμιου Πριόβολου

Στην αυλή του Δεκαπενταύγουστου η πολυτάραχη Ελλάδα μοιάζει να σωπαίνει για λίγο μπροστά σε μία εικόνα, όπου μία γυναίκα κείτεται σε νεκρική κλίνη. Και δεν μιλάει για το «θάνατο», μιλάει για την «κοίμηση» αυτής της γυναίκας.

Αν κοιτάξεις καλά, πίσω από την αισθητική και το θεολογικό μεγαλείο της συγκεκριμένης εικόνας, θα διακρίνεις κάτι βαθιά ανθρώπινο: μία μάνα που φεύγει. Γύρω της, πρόσωπα που δεν θέλουν να πιστέψουν πως ήρθε η ώρα.

Και οι άνθρωποι, αυτές τις μέρες, ανάβουν κεριά στην εικόνα αυτής της γυναίκας, άλλοι για εκείνους που έφυγαν, άλλοι για εκείνους που φοβούνται μήπως φύγουν, κι άλλοι για τον ίδιο τους τον εαυτό. Γιατί μπροστά σε αυτή την εικόνα όπου η Παναγία φεύγει απ’ τη ζωή, τον άνθρωπο τον αγγίζει - μάλλον δεν το αντιλαμβάνεται - μία βαθιά αλήθεια της ύπαρξης του, ότι όλη του η ζωή είναι μία παράξενη άσκηση αποχωρισμού. Πώς;

Μαθαίνουμε να αποχωριζόμαστε τα παιδικά μας χρόνια, τους γονείς, τους έρωτες, τα σπίτια, τα καλοκαίρια που δεν επιστρέφουν, ακόμα και τον άνθρωπο που κάποτε υπήρξαμε. Κι ίσως δεν μας φοβίζει τόσο ο θάνατος, όσο το να πεθαίνουν μέσα μας όσα αγαπήσαμε.

Κι ύστερα, έρχεται και κείνη η ώρα που στεκόμαστε δίπλα σε ένα κρεβάτι αποχωρισμού και ευχόμαστε ο χρόνος να κάνει πίσω. Έχουμε κρατήσει ένα χέρι που κρυώνει, έχουμε πει μέσα μας «μείνε λίγο ακόμη». Κι εκεί, μπροστά στην αδυναμία μας να κρατήσουμε το πρόσωπο που αγαπάμε, αρχίζει η δυσκολότερη προσευχή, η αποδοχή. Γιατί η αγάπη δεν εμποδίζει την απώλεια, την κάνει, όμως, μνήμη που συνεχίζει να κατοικεί μέσα μας.

Γιατί, όμως, το νεκρικό κρεβάτι της Παναγίας να μας θυμίζει ότι ολόκληρη η ζωή είναι μία παράξενη άσκηση αποχωρισμού; Ίσως επειδή εκεί, πάνω στο κρεβάτι της, συναντιούνται το πιο ανθρώπινο και το πιο θεϊκό μυστήριο, η μάνα πεθαίνει, αλλά ο θάνατός της δεν γίνεται τέλος. Γιατί είναι η μάνα του Θεού, η μάνα των ανθρώπων. Κι αυτό, δεν είναι μία τρυφερή θρησκευτική εικόνα ούτε μία συναισθηματική επινόηση για να αντέχει ο άνθρωπος τον κόσμο ούτε ένα δόγμα. Είναι πίστη δημιουργική και συνεκτική της ζωής, αρχετυπική, αξερίζωτη: ο αχώρητος Θεός να χωράει στη μήτρα μίας θνητής γυναίκας, αλλιώς δε γίνεται, δεν μας κάνει, δεν έχει σχέση με τη ζωή αν δεν περνάει από την αγκαλιά μιας μάνας!

Γι’ αυτό ο Δεκαπενταύγουστος, πριν ακόμη γίνει ύμνος, λιτανεία και πανηγύρι, είναι μία γιορτή βαθιά ανθρώπινη, είναι η γιορτή της μάνας.

Της μάνας που ακόμη τρυφερεύει τη ζωή μας. Της μάνας που έμεινε μόνη και σαν θημωνιά γυρεύει τα στάχυα της. Της ανύπαντρης μάνας που μεγάλωσε, μεγαλώνει ή θα μεγαλώσει στον κόρφο της τη ζωή. Της μάνας που δοκιμάζεται στην αρρώστια ή στα γηρατειά. Της κάθε γυναίκας, που είναι η μάνα, η μήτρα τη ζωής. Είναι γιορτή για τη μάνα που μας λείπει, που όσο και αν ξεγέλασε τις μέρες, ήρθε το σούρουπο και κοιμήθηκε, κι ύστερα ένα αεράκι - εκείνη η τελευταία της πνοή... - την πήρε στον ουρανό.

Ναι, την πήρε, μετάσταση, όχι θάνατος. Γιατί η μάνα δεν πεθαίνει ποτέ, μόνο κοιμάται, και ξυπνάει στο πρώτο μας κλάμα, όπως τότε που κοιμόταν δίπλα μας. Είναι μία βεβαιότητα, πέστε την ελπίδα ή προσδοκία, μία νοσταλγία, μία σιωπηλή κραυγή αναζήτησης, ότι ακόμα και μέσα στην απώλεια η σχέση με τη μάνα δεν αφανίζεται, αλλά υπάρχει κάποιο «εκεί», ένας άλλος τρόπος να παραμένουμε μαζί.

Έτσι, την Παναγία, επειδή είναι Μάνα, δεν την αφάνισε ο θάνατος, κοιμήθηκε. Την πήρε η Αγάπη από τον έναν τρόπο παρουσίας στον άλλον. Το νεκρικό της κρεβάτι δεν μας καλεί να νικήσουμε τον θάνατο, αλλά τον φόβο της ζωής. Και μάλλον αυτό είναι το θαύμα, όχι πως κάποτε δεν θα φύγουμε, αλλά πως, παρ’ όλο που γνωρίζουμε ότι θα φύγουμε, να εξακολουθούμε να αγαπάμε, να συγχωρούμε, να λέμε όσα αναβάλλουμε και να αφήνουμε τα βάρη που κουβαλάμε. Ναι, «μετάσταση» είναι αυτό, όχι να φύγεις από εκείνους που αγαπάς αλλά να περάσεις σε έναν άλλον τρόπο σχέσης, όπου η απόσταση παύει να υπάρχει.

Σας κούρασα με αυτή τη μονοδιάστατη, μητρική ματιά στον Δεκαπενταύγουστο. Μα πώς να αντικρίσεις την Παναγία και να μη φέρεις στον νου σου τη μάνα;

Όταν το βράδυ σβήσουν τα φώτα της γιορτής, ίσως τότε καταλάβουμε ότι η Κοίμηση της Θεοτόκου Μάνας δεν είναι θρήνος. Είναι το μυστήριο που νικάει τον θάνατο.

Με το καλό!

 

Του Εκπαιδευτικού & συγγραφέα, Ευθύμιου Πριόβολου