Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026
Παρουσίαση του βιβλίου του δημοσιογράφου και συγγραφέα Άρη Χατζηστεφάνου, «Προπαγάνδα και παραπληροφόρηση στο Ίντερνετ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος, πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 16 Μαρτίου, από το «Ανυπότακτο Αγρίνιο» στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου Αγρινίου.
Μέσα από μια ζωντανή συζήτηση, αναλύθηκαν οι μηχανισμοί παραγωγής και διάχυσης της προπαγάνδας στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή, καθώς και οι κοινωνικές και πολιτικές συνέπειές της στην ενημέρωση των πολιτών.
Ο Άρης Χατζηστεφάνου κατά την εισήγησή του προσπάθησε να απαντήσει σε μερικά ερωτήματα που αφορούν λίγο πολύ όλους μας, γιατί η κατανόηση της πληροφορίας είναι το πρώτο βήμα για μια ουσιαστική δημοκρατική συμμετοχή.
Ήταν ο Σωκράτης το πρώτο τρολ της ιστορίας; Γιατί ένα ισραηλινό μποτ «αυτομόλησε» και άρχισε να επιτίθεται στο Τελ Αβίβ; Ποιες μορφές παραπληροφόρησης κρύβονται στους χάρτες της Google, σε βιντεοπαιχνίδια και στον αλγόριθμο του Netflix ή του TikTok; Πώς η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης από μηχανές αναζήτησης μπορεί να «σκοτώσει» το διαδίκτυο αλλά και τη δημοσιογραφία όπως τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα; Είμαστε πράγματι εγκλωβισμένοι σε «θαλάμους ιδεολογικής αντήχησης» όπου αναπαράγονται μόνο οι δικές μας απόψεις;
Στο βιβλίο αυτό, ο Άρης Χατζηστεφάνου προσφέρει ένα εγχειρίδιο για τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση οργανωμένων μορφών χειραγώγησης της κοινής γνώμης στο ίντερνετ. Εξετάζει τους τρόπους που οι αλγόριθμοι και τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, όπως το ChatGPT, προωθούν στερεότυπα και αναπαράγουν τις κυρίαρχες αφηγήσεις. Παράλληλα, αμφισβητεί τους τεχνοφοβικούς μύθους που βλέπουν σε κάθε τεχνολογική εξέλιξη έναν εχθρό αντί για ένα εργαλείο απελευθέρωσης του ανθρώπου.
Σε κάθε κεφάλαιο του βιβλίου περιλαμβάνονται QR-codes που οδηγούν σε βίντεο, φωτογραφίες και podcasts με περισσότερες πηγές και παραδείγματα.



Στην παρουσίαση μίλησε αρχικά ο Γιώργος Κατσιπάνος, ο οποίος συντόνισε την εκδήλωση, αναφέροντας τα εξής:
«Η σημερινή εκδήλωση που διοργανώνουν οι Εκδόσεις Τόπος, το Ανυπότακτο Αγρίνιο και το βιβλιοπωλείο της Αλέκας της Μοσχονά που είναι πάντα δίπλα μας είναι αφιερωμένη σε ένα θέμα που βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης δημοκρατίας: την ενημέρωση, την προπαγάνδα και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η δημόσια συζήτηση στην εποχή του διαδικτύου.
Ζούμε σε μια εποχή όπου η πληροφορία διακινείται πιο γρήγορα από ποτέ στην ιστορία. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μια είδηση μπορεί να ταξιδέψει από τη μία άκρη του πλανήτη στην άλλη. Μαζί όμως με την πληροφορία ταξιδεύουν και η παραπληροφόρηση, η διαστρέβλωση, τα οργανωμένα δίκτυα προπαγάνδας και οι μηχανισμοί χειραγώγησης της κοινής γνώμης.
Το διαδίκτυο, που κάποτε παρουσιάστηκε ως ένας χώρος απόλυτης ελευθερίας και δημοκρατικής έκφρασης, αποδείχθηκε ταυτόχρονα και ένα πεδίο όπου συγκρούονται πολιτικές, οικονομικές και γεωπολιτικές δυνάμεις. Αλγόριθμοι που καθορίζουν τι βλέπουμε, δίκτυα ή μάλλον στρατιές τρολ που κατασκευάζουν ψεύτικες πλειοψηφίες, οργανωμένες εκστρατείες παραπληροφόρησης και ψηφιακές επιχειρήσεις επιρροής αποτελούν πλέον μέρος της καθημερινότητας του δημόσιου λόγου.
Το βιβλίο του Άρη Χατζηστεφάνου «Προπαγάνδα και Παραπληροφόρηση στο Internet» επιχειρεί να χαρτογραφήσει αυτό το νέο τοπίο. Να δείξει πώς δημιουργούνται οι μηχανισμοί χειραγώγησης της πληροφορίας, πώς κατασκευάζονται πολιτικά αφηγήματα και πώς η ενημέρωση μετατρέπεται πολλές φορές σε εργαλείο εξουσίας.
Σε ένα από τα πιο επίκαιρα κεφάλαια του βιβλίου στο κεφάλαιο 22 γίνεται αναφορά και στα συστήματα ψηφιακής κατασκοπείας όπως το Pegasus και το Predator που απαοσχόλησε και απασχολεί και τον δημόσιο διάλογο στη χώρα μας. Πρόκειται για λογισμικά παρακολούθησης που μπορούν να μετατρέψουν ένα κινητό τηλέφωνο σε έναν πλήρη μηχανισμό καταγραφής της ζωής ενός ανθρώπου. Η κάμερα, το μικρόφωνο, τα μηνύματα, οι επαφές και το GPS μπορούν να περάσουν στον έλεγχο εκείνων που χρησιμοποιούν τέτοια εργαλεία.
Σε πολλές περιπτώσεις η εγκατάστασή τους μπορεί να γίνει χωρίς καν ο χρήστης να το αντιληφθεί, μέσω των λεγόμενων επιθέσεων zero-click. Σύμφωνα με διεθνείς έρευνες τέτοια συστήματα έχουν χρησιμοποιηθεί σε δεκάδες χώρες του κόσμου, συχνά εναντίον δημοσιογράφων, πολιτικών όπως και στην Ελλάδα αλλά και ακτιβιστών.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο τεχνολογικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Γιατί όταν η τεχνολογία της παρακολούθησης συνδυάζεται με τους μηχανισμούς της προπαγάνδας, τότε η πληροφορία παιζει να είναι απλώς ενημέρωση και μετατρέπεται σε εργαλείο ελέγχου,
Ο συγγραφέας του βιβλίου λοιπόν, ο Άρης ο Χατζηστεφάνου, είναι δημοσιογράφος, ερευνητής και δημιουργός ντοκιμαντέρ. Εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια ασχολείται με ζητήματα διεθνούς πολιτικής, οικονομίας και ενημέρωσης. Έγινε ευρύτερα γνωστός μέσα από τα ντοκιμαντέρ Debtocracy, Catastroika, This is not a Coup και Make the Economy Scream.
Παράλληλα δημιούργησε το δημοσιογραφικό εγχείρημα InfoWar, ένα ανεξάρτητο μέσο ενημέρωσης που επιχειρεί να αναλύσει τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις πέρα από τα στερεότυπα της συμβατικής ενημέρωσης,
Το έργο του χαρακτηρίζεται από μια διαρκή προσπάθεια να απαντηθεί ένα βασικό ερώτημα: ποιος τελικά διαμορφώνει την ιστορία που ακούμε καθημερινά ως «είδηση».
Σε έναν κόσμο λοιπόν όπου η πληροφορία μπορεί να γίνει όπλο, όπου η προπαγάνδα μπορεί να κρυφτεί πίσω από μια ανάρτηση ή έναν αλγόριθμο, η αναζήτηση της αλήθειας γίνεται πιο δύσκολη αλλά και πιο αναγκαία από ποτέ.
Γιατί η δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο όταν κάποιος απαγορεύει την ενημέρωση. Κινδυνεύει και όταν την πλημμυρίζει με θόρυβο, ψέματα και χειραγώγηση.
Με ιδιαίτερη χαρά λοιπόν καλωσορίζουμε τον συγγραφέα του βιβλίου και τον ευχαριστούμε που βρίσκεται σήμερα μαζί μας».



Ακολούθως, στην παρουσίασή του ο Σωτήρης Μερμίγκης, φοιτητής του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών & Ιστορίας, του Πάντειου Πανεπιστημίου, ανέπτυξε το θεωρητικό υπόβαθρο για τις νέες ψηφιακές τεχνολογίες: Πιο αναλυτικά:
«Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα αποτελεί ένα πραγματικό "κέρας της αμάλθειας" για την κατανόηση του σύγχρονου ψηφιακού κόσμου. Δεν προσφέρει μόνο μια σφαιρική εικόνα της παραπληροφόρησης, αλλά λειτουργεί και ως ένας πολύτιμος πρακτικός οδηγός για τον εντοπισμό φαινομένων όπως τα deepfakes, τα fake news και τα μποτ στο τουίτερ και αλλού.
Επειδή ο ίδιος ο συγγραφέας διαθέτει τη γνωστή εμπεριστατωμένη και παραστατική γραφή που χαρακτηρίζει το έργο του στο Infowar και το ραδιόφωνο, θα αφήσω σε εκείνον την αναλυτική παρουσίαση του περιεχομένου του βιβλιου. Από τη δική μου πλευρά, θα εστιάσω στο θεωρητικό υπόβαθρο της προπαγάνδας, αναλύοντας την πορεία της τεχνολογίας και τη σχέση της με την ιδεολογία.
Αντιλαμβανόμενοι την ιδεολογία με μαρξιστικούς και αλτουσεριανούς όρους —ως "ψευδή συνείδηση" και επιτέλεση που αποπροσανατολίζει από την ταξική πάλη— θα εξετάσουμε πώς η τεχνολογία επιστρατεύεται από την άρχουσα τάξη. Μέσα από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, η τεχνολογία δεν διαμορφώνει απλώς συνειδήσεις, αλλά αποτελεί την ίδια την έκφραση των οικονομικών αναγκών και της μεροληψίας της επιστήμης στην εποχή μας.
Η τεχνολογία δεν πρέπει να νοηθεί ως μια ουδέτερη ή αυτόνομη δύναμη που εξελίσσεται ανεξάρτητα από το ανθρώπινο πλαίσιο, αλλά ως ένα φαινόμενο που αναπτύσσεται οργανικά μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και κοινωνικές ανάγκες. Ως προϊόν των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων κάθε εποχής, η τεχνολογική ανάπτυξη αντικατοπτρίζει τη γνώση που επιστρατεύει μια κοινωνία για να διασφαλίσει τη λειτουργία της. Για παράδειγμα, η άνοδος του εμπορίου, της ναυσιπλοΐας και της καπιταλιστικής οικονομίας γέννησε την επιτακτική ανάγκη για εξειδικευμένες τεχνικές, οδηγώντας στην επινόηση ανθεκτικότερων πλοίων και αποδοτικότερων μηχανών παραγωγής. Υπό αυτό το πρίσμα, η τεχνολογία μετατρέπεται σε βασικό μέσο παραγωγής κέρδους, εργαλείο οικονομικής επέκτασης, αλλά και όργανο ισχύος για την επικράτηση επί άλλων λαών ή την ενίσχυση της παραγωγικής διαδικασίας.
Αυτή η σύνδεση αναδεικνύει τον βαθύ ιστορικό χαρακτήρα της επιστήμης, καθώς οι μορφές γνώσης που προκρίνονται δεν είναι τυχαίες, αλλά άρρηκτα συνδεδεμένες με τις υλικές απαιτήσεις της κοινωνικής οργάνωσης. Η κυριαρχία της μηχανικής κατά τη νεωτερικότητα δεν υπήρξε απλώς μια επιστημονική ανακάλυψη, αλλά η απάντηση μιας κοινωνίας που αντιλαμβανόταν τον κόσμο μηχανιστικά και οργάνωνε την ύπαρξή της γύρω από τεχνικές διαδικασίες. Η επιστημονική και τεχνολογική σκέψη, λοιπόν, δεν περιορίζεται στο εργαστήριο· διαμορφώνει το φιλοσοφικό υπόβαθρο μιας εποχής, επηρεάζοντας τις αντιλήψεις για την αιτιότητα και την ίδια την πραγματικότητα.
Στην ουσία της, η τεχνολογία αποτελεί μια συγκεκριμένη μορφή οργάνωσης της ανθρώπινης σχέσης με τη φύση και την εργασία. Δεν εξαντλείται στην ύπαρξη εργαλείων ή μηχανών, αλλά συνιστά ένα σύνθετο σύστημα τεχνικών γνώσεων και πρακτικών που επιτρέπουν την αναπαραγωγή της κοινωνικής ζωής. Η προσέγγιση αυτή συγκλίνει με τη μαρξιστική ανάλυση των παραγωγικών δυνάμεων, όπου τα τεχνικά μέσα αποτελούν τη βάση της κοινωνίας, χωρίς όμως να μπορούν να απομονωθούν από το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων μέσα στο οποίο λειτουργούν. Η εξέλιξή τους δεν είναι γραμμική, αλλά εξαρτάται από τις ιστορικές αντιφάσεις και τις μεταβαλλόμενες ανάγκες κυριαρχίας και οργάνωσης.

Στη σύγχρονη εποχή, η τεχνολογία μετατρέπεται επιπλέον σε μέσο ελέγχου και πειθαρχίας της εργασίας, ενώ παράλληλα επιβάλλει έναν συγκεκριμένο τρόπο αντίληψης του κόσμου. Η μετάβαση σε μηχανιστικά μοντέλα παραγωγής οδήγησε στην εδραίωση μιας ιδεολογίας όπου η φύση και η κοινωνία νοούνται ως προβλέψιμα συστήματα δυνάμεων. Συμπερασματικά, η τεχνολογία αναδύεται ως ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορικής και κοινωνικής δομής, λειτουργώντας ως το σημείο τομής όπου η υλική παραγωγή συναντά τη γνώση και την ιδεολογία, καθορίζοντας τελικά την ταυτότητα του ανθρώπινου πολιτισμού.
Η τεχνολογική και επιστημονική σκέψη της νεωτερικότητας δεν περιορίζεται στην παραγωγή εργαλείων, αλλά τροφοδοτεί συγκεκριμένες μορφές αιτιότητας και ορθολογικότητας που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες αυτοπροσδιορίζονται. Η ιδεολογία, επομένως, δεν συνιστά ένα αυτόνομο πεδίο ιδεών, αλλά διαμορφώνεται οργανικά μέσα από την τεχνολογική ανάπτυξη. Σύμφωνα με την προσέγγιση του Louis Althusser, η ιδεολογία λειτουργεί ως ένα σύστημα πρακτικών και θεσμών που οργανώνουν την αντίληψη του ατόμου για τη θέση του στο κοινωνικό σύνολο. Η τεχνολογία συμμετέχει ενεργά σε αυτή τη διαδικασία, καθώς ενσωματώνεται στις εργασιακές δομές και τις καθημερινές συμπεριφορές, επιβάλλοντας συγκεκριμένες μορφές πειθαρχίας του σώματος και νέες αντιλήψεις για τον χρόνο και την παραγωγικότικότητα. Υπό αυτό το πρίσμα, η τεχνολογία καθίσταται μέρος των ιδεολογικών μηχανισμών που διασφαλίζουν την αναπαραγωγή των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων.
Στη σύγχρονη πραγματικότητα, η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) αποτελεί τον κατεξοχήν κόμβο όπου η υλική παραγωγή συναντά την ιδεολογική αναπαράσταση. Παρά την περιρρέουσα ρητορική, η επίδειξη «έξυπνης» συμπεριφοράς από τις μηχανές δεν συνεπάγεται πραγματική κατανόηση ή συνείδηση. Τα συστήματα αυτά λειτουργούν ως πανίσχυρα στατιστικά μοντέλα αναγνώρισης μοτίβων σε τεράστιους όγκους δεδομένων, καθιστώντας τον όρο «νοημοσύνη» εν μέρει παραπλανητικό. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν εξανθρωπισμό μιας στατιστικής μηχανής, η οποία, αντί να σκέφτεται, επεξεργάζεται τα ψηφιακά ίχνη της ανθρώπινης δραστηριότητας. Όπως η εφεύρεση της κάμερας προσέφερε νέες οπτικές γωνίες πέρα από τον σταθερό παρατηρητή, έτσι και η Τεχνητή Νοημοσύνη επιτρέπει μια νέα «θέαση» και ανάλυση του κοινωνικού γίγνεσθαι μέσα από τον ψηφιακό του αντικατοπτρισμό.
Η πρόσφατη έκρηξη αυτών των τεχνολογιών υπήρξε το αποτέλεσμα της σύγκλισης τριών παραγόντων: της εκθετικής αύξησης της υπολογιστικής ισχύος, της μαζικής παραγωγής δεδομένων μέσω των smartphones και της εξέλιξης αλγορίθμων μηχανικής μάθησης. Το «έδαφος» πάνω στο οποίο εκπαιδεύονται αυτά τα μοντέλα είναι η ίδια η συλλογική δραστηριότητα δισεκατομμυρίων ανθρώπων στο διαδίκτυο. Ενώ όμως η παραγωγή της πληροφορίας είναι συλλογική, η ιδιοποίηση και ο έλεγχος των υποδομών παραμένουν στα χέρια περιορισμένων εταιρικών κολοσσών.
Αυτή η διαδικασία περιβάλλεται από μια έντονη ιδεολογική διάσταση που συχνά αποσιωπάται. Ενώ το AI παρουσιάζεται ως μια «μαγική» και αυτόνομη οντότητα, η λειτουργία του βασίζεται σε τεράστιες ποσότητες ανθρώπινης εργασίας. Από τους χρήστες που τροφοδοτούν αδιάκοπα το σύστημα με περιεχόμενο, μέχρι τους χιλιάδες υποαμειβόμενους εργαζόμενους σε αναπτυσσόμενες χώρες που επισημαίνουν δεδομένα και επιμελούνται την πληροφορία, η ανθρώπινη παρουσία παραμένει ο αναντικατάστατος κινητήρας της μηχανής. Χωρίς τη συνεχή εισροή νέων ανθρώπινων δεδομένων, τα μοντέλα οδηγούνται σε στατιστική υποβάθμιση, αποδεικνύοντας ότι η τεχνολογία, όσο εξελιγμένη κι αν φαίνεται, παραμένει μια ιστορική μορφή κοινωνικής πρακτικής άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανθρώπινη εργασία και την κοινωνική δομή.
Τελος, η τεχνολογία παύει να θεωρείται ένα απλό εργαλείο παραγωγής και αποκαλύπτεται ως ένας προηγμένος μηχανισμός πολιτικής κυριαρχίας. Η Τεχνητή Νοημοσύνη και η διαχείριση μεγάλων δεδομένων (Big Data) δεν εξαντλούνται στη βελτιστοποίηση της εργασίας, αλλά επεκτείνονται σε κρίσιμα πεδία όπως τα στρατιωτικά συστήματα, η επιτήρηση και η κρατική διοίκηση. Σε αυτό το πλαίσιο, εταιρείες όπως η Palantir Technologies και η Oracle δεν αποτελούν απλούς προμηθευτές λογισμικού, αλλά οργανικά σκέλη του κρατικού μηχανισμού, σηματοδοτώντας μια βαθιά συγχώνευση μεταξύ της τεχνολογικής υποδομής, της πολιτικής εξουσίας και της οικονομικής ελίτ.
Η Palantir εξειδικεύεται στην ενοποίηση διάσπαρτων δεδομένων, δημιουργώντας συστήματα που υπερβαίνουν τον παραδοσιακό κατακερματισμό των πληροφοριών. Ενώ ιστορικά τα δεδομένα των πολιτών (φορολογικά, υγειονομικά, αστυνομικά) ήταν σκόπιμα διαμοιρασμένα σε διαφορετικές υπηρεσίες για την αποτροπή της ολοκληρωτικής εποπτείας, η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει τη συνένωσή τους σε ενιαία συστήματα πρόβλεψης και απόφασης. Αυτή η «αλγοριθμική εκτίμηση» μετατρέπει την κοινωνική πληροφορία σε εργαλείο εξουσίας, επιτρέποντας στο κράτος να προβαίνει σε πρακτικές όπως η προληπτική αστυνόμευση (predictive policing) ή η αυστηρή διαχείριση μεταναστευτικών ροών, καθορίζοντας εκ των προτέρων ποιος θεωρείται «επικίνδυνος» ή «ύποπτος».
Η σχέση αυτή λαμβάνει σαφείς πολιτικές διαστάσεις μέσω προσωπικοτήτων όπως ο Peter Thiel, ο οποίος γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ της Σίλικον Βάλεϊ και της αμερικανικής πολιτικής σκηνής. Μέσω στρατηγικών συμμαχιών και χρηματοδοτήσεων, διαμορφώνεται ένα μέτωπο όπου το τεχνολογικό κεφάλαιο και ο κρατικός μηχανισμός ασφάλειας ταυτίζονται. Σε αυτό το σχήμα, η Oracle προσφέρει την απαραίτητη υλική βάση —τις υποδομές cloud και τις βάσεις δεδομένων— ενώ η Palantir παρέχει το αναλυτικό επίπεδο των αλγορίθμων. Η κυβέρνηση, με τη σειρά της, αξιοποιεί αυτό το σύμπλεγμα για να ασκήσει διακυβέρνηση, αστυνόμευση και στρατιωτική ισχύ με πρωτοφανή αποτελεσματικότητα.
Η ουσία αυτής της εξέλιξης δεν βρίσκεται στα δισεκατομμύρια των κρατικών συμβάσεων, αλλά στη μετατροπή της πληροφορίας στο κυρίαρχο μέσο επιβολής του 21ου αιώνα. Η πρόσβαση στα δεδομένα της κοινωνίας συνεπάγεται τη δυνατότητα πρόβλεψης και, κατά συνέπεια, διαμόρφωσης του μέλλοντος. Η ψηφιακή κυριαρχία που αναδύεται δεν βασίζεται πλέον μόνο στον νόμο ή τη βία, αλλά στην αλγοριθμική πρόβλεψη: οι πολίτες παύουν να είναι υποκείμενα και μετατρέπονται σε δεδομένα που επιτρέπουν στο σύστημα να προλαμβάνει τις συμπεριφορές τους πριν καν αυτές εκδηλωθούν. Η πραγματική εξουσία της εποχής μας, λοιπόν, εντοπίζεται ακριβώς σε αυτή τη συγχώνευση κράτους και τεχνολογικών κολοσσών γύρω από το πολυτιμότερο αγαθό της εποχής: τα δεδομένα.
Η αντίσταση στη γενοκτονία στη Γάζα δεν αποτελεί μόνο μια επιτακτική ηθική στάση απέναντι στην απώλεια της ανθρώπινης ζωής, αλλά και μια πράξη αυτοπροστασίας απέναντι σε ένα παγκόσμιο μέλλον που προδιαγράφεται ζοφερό. Υπό το καθεστώς της ισραηλινής αποικιοκρατίας, η Παλαιστίνη λειτουργεί σήμερα ως ένα εργαστήριο για τις πιο επικίνδυνες τεχνολογίες καταστολής στον κόσμο. Εκεί δοκιμάζεται στην πράξη η απάντηση στο ερώτημα πώς μπορεί ένας πληθυσμός να παραμείνει υποταγμένος μέσω της απόλυτης επιτήρησης. Αυτό που συμβαίνει σήμερα στους Παλαιστίνιους —η παρακολούθηση κάθε κλήσης, ο έλεγχος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και η σύλληψη για το λεγόμενο «προ-έγκλημα» (pre-crime)— δεν περιορίζεται στα σύνορα της περιοχής. Εξάγεται παγκοσμίως ως ένα «δοκιμασμένο στο πεδίο της μάχης» προϊόν, έτοιμο να χρησιμοποιηθεί εναντίον οποιουδήποτε διαφωνούντα.
Αυτή η τάση περιγράφεται από τον όρο «αυτοκρατορικό μπούμερανγκ», μια έννοια που εισηγήθηκε ο Aimé Césaire και ανέπτυξε ο Michel Foucault. Σύμφωνα με αυτήν, οι μέθοδοι βίας και ελέγχου που εφαρμόζονται στους αποικιοκρατούμενους πληθυσμούς επιστρέφουν τελικά στην ίδια την πατρίδα των κατόχων της εξουσίας. Ήδη, οι ΗΠΑ εισάγουν τεχνικές αστυνόμευσης από το Ισραήλ, ενώ λογισμικά παραβίασης κρυπτογραφημένων εφαρμογών, όπως το Graphite της εταιρείας Paragon, αγοράζονται από κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας διεθνώς. Η στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας στη Δύση και η χρήση τεχνολογιών όπως το AI σύστημα «Lavender» για τη στοχοποίηση ανθρώπων, αποτελούν την υλοποίηση αυτού του κύκλου, όπου ο πολίτης παύει να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και αντιμετωπίζεται ως «επικίνδυνο κτήνο» προς διαχείριση.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άρρηκτα με τη μετάβαση από τον νεοφιλελευθερισμό στον «καπιταλισμό της επιτήρησης». Αν ο κλασικός καπιταλισμός βασιζόταν στην παραγωγή εμπορευμάτων, το νέο καθεστώς που περιγράφει η Shoshana Zuboff βασίζεται στην εξαγωγή αξίας από την ίδια την ανθρώπινη συμπεριφορά. Κάθε ψηφιακό ίχνος μετατρέπεται σε δεδομένο, και η πρόβλεψη της μελλοντικής μας δράσης γίνεται το νέο εμπόρευμα. Σε αυτό το πλαίσιο, η καθημερινή ζωή μετατρέπεται σε πηγή πρώτης ύλης, οδηγώντας σε μια νέα μορφή «περίφραξης»: η πληροφορία και η γνώση, που παράγονται συλλογικά, περιφράσσονται και ιδιοποιούνται από λίγες τεχνολογικές εταιρείες που συνεργάζονται στενά με το κράτος.
Σε αυτό το περιβάλλον, η προπαγάνδα μεταμορφώνεται ριζικά. Δεν λειτουργεί πλέον μέσω του κεντρικού ελέγχου των παραδοσιακών μέσων, αλλά μέσω της «αλγοριθμικής υπερφόρτωσης» και της χρηματοδότησης influencers. Η λεγόμενη "slopaganda" δεν στοχεύει στο να πείσει μέσω λογικών επιχειρημάτων, αλλά στο να κατακλύσει το πληροφοριακό οικοσύστημα με τέτοιο όγκο περιεχομένου, ώστε η αλήθεια να καθίσταται αδύνατο να εντοπιστεί. Μέσω του "dark money" και των αλγορίθμων μικροστοχοποίησης, η εξουσία διαμορφώνει διαφορετικές πραγματικότητες για διαφορετικές ομάδες πληθυσμού, καθιστώντας τα κοινωνικά δίκτυα τους πιο ισχυρούς «ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους» στον 21ο αιώνα.
Τελικά, η πραγματική εξουσία σήμερα δεν βρίσκεται μόνο στις κυβερνήσεις ή στις εταιρείες χωριστά, αλλά στη συγχώνευσή τους γύρω από τον έλεγχο των δεδομένων. Όποιος κατέχει τις υποδομές συλλογής και επεξεργασίας της πληροφορίας, αποκτά τη δυνατότητα να διαμορφώνει το πεδίο των δυνατοτήτων μέσα στο οποίο οι άνθρωποι παίρνουν αποφάσεις. Η ψηφιακή κυριαρχία υπερβαίνει τον νόμο και τη βία· εγκαθιδρύεται μέσω μιας αόρατης αλγοριθμικής πρόβλεψης που μετατρέπει την κοινωνία σε ένα διαρκώς ελεγχόμενο πεδίο δοκιμών».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Άρης Χατζηστεφάνου γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 2001 εργάζεται για την Ελληνική Υπηρεσία του BBC, αρχικά στο Λονδίνο και στη συνέχεια ως ανταποκριτής στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν αρχισυντάκτης του επιστημονικού περιοδικού "Πρίσμα" της "Ημερησίας" και έχει εργαστεί στο Ρ/Σ "Σκάι" την εφημερίδα "Καθημερινή", την κυπριακή εφημερίδα "Πολίτης" και το περιοδικό "Μετρό". Αρθρογραφεί στην εβδομαδιαία εφημερίδα "Πριν". Ως φωτογράφος και δημοσιογράφος έχει πραγματοποιήσει αποστολές στη Λατινική Αμερική και στις περισσότερες χώρες της Μέσης Ανατολής και της Ευρώπης. Φωτογραφίες του έχουν δημοσιευτεί σε αρκετά ελληνικά περιοδικά και σε έντυπα του εξωτερικού.


