Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026
Στην Ολομέλεια της Βουλής συζητήθηκε η Επίκαιρη Ερώτηση που κατέθεσε ο Βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας και Τομεάρχης Περιβάλλοντος και Ενέργειας του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ, Μίλτος Ζαμπάρας, προς το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με αντικείμενο το δυσβάσταχτο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας που πλήττει την ελληνική βιομηχανία, τις μεταποιητικές μονάδες και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Κατά την εισήγηση του, ο Μίλτος Ζαμπάρας τόνισε ότι, σύμφωνα με τεκμηριωμένα στοιχεία και σε πλήρη αντίθεση με το κυβερνητικό αφήγημα, η Ελλάδα συγκαταλέγεται σταθερά στις πέντε ακριβότερες χώρες της Ευρώπης ως προς τη χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας (Eurostar). Η πραγματικότητα αυτή θέτει σε άμεσο και υπαρξιακό κίνδυνο τις ελληνικές μεταποιητικές επιχειρήσεις – μικρές και μεγάλες – υπονομεύοντας την παραγωγική τους βιωσιμότητα.
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει το πλαίσιο Clean Industrial Deal State Aid Framework (CISAF), το οποίο δίνει στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα ουσιαστικής στήριξης της βιομηχανίας τους. Παρά ταύτα, η ελληνική κυβέρνηση επιλέγει να σφυρίζει αδιάφορα. Τα συγκριτικά στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: στην Ιταλία το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία διαμορφώνεται στα 65 €/MWh, στη Γερμανία – με αξιοποίηση του CISAF – στα 50 €/MWh, στη Βουλγαρία στα 62,5 €/MWh, ενώ στην Ελλάδα παραμένει πεισματικά πάνω από τα 100 €/MWh. Η απόκλιση αυτή τροφοδοτεί τον κίνδυνο περαιτέρω αποβιομηχάνισης και πλήττει καίρια τη μεταποίηση, τον κλάδο με τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία και τις ποιοτικότερες θέσεις εργασίας.
Παρά τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις του ίδιου του Πρωθυπουργού, μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει καμία ουσιαστική πρωτοβουλία στήριξης της ελληνικής βιομηχανίας. Με την Ερώτησή του προς το ΥΠΕΝ, ο Βουλευτής απαίτησε την άμεση εφαρμογή του CISAF, ώστε οι ελληνικές επιχειρήσεις να μπορούν να ανταγωνιστούν ισότιμα στην ευρωπαϊκή και διεθνή αγορά.
Ο Υφυπουργός κ. Τσάφος ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση δεν προτίθεται να εφαρμόσει τα ευρωπαϊκά εργαλεία στήριξης, επικαλούμενος την αύξηση της αντιστάθμισης CO₂ προς τις βιομηχανίες. Παρέλειψε, ωστόσο, να αναφέρει ότι η εν λόγω αντιστάθμιση αποφέρει ελάχιστο πραγματικό όφελος, αφορά περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων και αφήνει εκτός τη συντριπτική πλειονότητα της βιομηχανίας και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Παρά την επίμονη κυβερνητική παραπληροφόρηση περί «φθηνής» χονδρικής, η αλήθεια αποτυπώνεται στους λογαριασμούς: οι προσαυξήσεις εκτοξεύουν το ενεργειακό κόστος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, την ώρα που τα υπερκέρδη των εταιρειών ενέργειας αυξάνονται. Κι όμως, η κυβέρνηση και το ΥΠΕΝ αποφεύγουν συστηματικά κάθε ουσιαστικό μέτρο ανακούφισης της πραγματικής οικονομίας.
Όλα δείχνουν πλέον ξεκάθαρα ότι η κυβερνητική επιλογή δεν είναι η στήριξη της παραγωγής και της επιχειρηματικότητας στο σύνολό τους, αλλά η εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων – με βαρύ τίμημα για τη βιομηχανία, την απασχόληση και την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.
Χρυσοπληρωμένα στελέχη στον ΔΕΔΔΗΕ – ο λογαριασμός στους καταναλωτές
Ερώτηση και Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων κατέθεσε ο Βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας και Τομεάρχης Περιβάλλοντος και Ενέργειας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Μίλτος Ζαμπάρας, από κοινού με δώδεκα ακόμη Βουλευτές, προς τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με αφορμή τις προκλητικές και υπέρογκες αυξήσεις στις αμοιβές των ανώτατων στελεχών του ΔΕΔΔΗΕ.
Την ώρα που τα νοικοκυριά και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις παλεύουν καθημερινά να αντεπεξέλθουν στο αυξημένο κόστος της ενέργειας, ο ΔΕΔΔΗΕ φαίνεται να επιλέγει μια εντελώς διαφορετική ιεράρχηση προτεραιοτήτων: την «επιβράβευση» των ανώτερων διοικητικών στελεχών του με αδιανόητες αυξήσεις αποδοχών, που προκαλούν εύλογη κοινωνική αγανάκτηση.
Ειδικότερα:
• Ο Διευθύνων Σύμβουλος του ΔΕΔΔΗΕ για το έτος 2024 αμείφθηκε με 598.000 ευρώ, ποσό αυξημένο κατά 210% σε σχέση με το 2023.
• Οι Γενικοί Διευθυντές της εταιρείας είδαν τις αμοιβές τους να αυξάνονται κατά 109% μέσα στην ίδια περίοδο.
Σε επανειλημμένες κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις μας, η κυβέρνηση περιορίζεται σε αόριστες και γενικόλογες απαντήσεις, επικαλούμενη μια υποτιθέμενη «ταχεία ανάπτυξη» της εταιρείας. Ωστόσο, η πραγματικότητα διαψεύδει πανηγυρικά αυτή την αφήγηση.
Ο ΔΕΔΔΗΕ δεν έχει καμία ουσιαστική επιτυχία να επιδείξει. Οι καθημερινές καταγγελίες πολιτών για την απαράδεκτη εξυπηρέτηση, η ανεπαρκής και συχνά καθυστερημένη συντήρηση του δικτύου, οι μεγάλες καθυστερήσεις στην εγκατάσταση των «έξυπνων» μετρητών, καθώς και το φιάσκο στη διαχείριση των ρευματοκλοπών, συνθέτουν μια εικόνα διοικητικής αποτυχίας – όχι επιτυχίας.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι και η πρόσφατη φωτογραφία υπόγειου καλωδίου Μέσης Τάσης που ήρθε στο φως μετά την πλημμύρα στην Άνω Γλυφάδα. Μια εικόνα που καταδεικνύει την προχειρότητα, την έλλειψη σχεδιασμού και τη στρεβλή λογική που διέπει κρίσιμες επιλογές του ΔΕΔΔΗΕ, με άμεσες συνέπειες στην ασφάλεια και την αξιοπιστία του δικτύου.
Ο Μίλτος Ζαμπάρας καλεί την κυβέρνηση και το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας να καταθέσουν όλα τα σχετικά στοιχεία και να δώσουν ξεκάθαρες απαντήσεις:
Για ποιο λόγο τριπλασιάστηκαν οι αμοιβές των κορυφαίων στελεχών του ΔΕΔΔΗΕ και να τεκμηριώσουν συγκεκριμένα ποιοι στόχοι εκπληρώθηκαν και ποια αποτελέσματα επιτεύχθηκαν.
Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν για ποιο λόγο, την ίδια στιγμή που αντιμετωπίζουν την ενεργειακή φτώχεια και την ακρίβεια, τα «γαλάζια» στελέχη ενός κρίσιμου δημόσιου φορέα, υπερδιπλασιάζουν τις αμοιβές τους κατά το δοκούν. Η κοινωνία ζητά λογοδοσία – όχι προκλητική σπατάλη.
Ξεπουλάνε το αλάτι της χώρας: Στο στόχαστρο της κυβέρνησης οι Ελληνικές Αλυκές
Ερώτηση προς τους Υπουργούς Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Οικονομικών και Εσωτερικών κατέθεσε ο Βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας και αναπληρωτής Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, Μίλτος Ζαμπάρας, με αφορμή την πρόθεση της κυβέρνησης να προχωρήσει στην πώληση πλειοψηφικού πακέτου μετοχών της εταιρείας Ελληνικές Αλυκές Α.Ε..
Ο Μίλτος Ζαμπάρας, μέσα από επαναλαμβανόμενες κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις για τις Αλυκές, έχει επισημάνει ότι οι Ελληνικές Αλυκές αποτελούν κερδοφόρες δημόσιες επιχειρήσεις, οι οποίες δεν περιορίζονται στην εμπορική παραγωγή αλατιού. Αντιθέτως, συνδέονται άρρηκτα με την προστασία ευαίσθητων οικοσυστημάτων, τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, τη στήριξη της τοπικής απασχόλησης και τη διαφύλαξη της ιστορικής και πολιτισμικής ταυτότητας ολόκληρων περιοχών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι Αλυκές Μεσολογγίου, ένας μοναδικός φυσικός και παραγωγικός πλούτος με διεθνή περιβαλλοντική σημασία.
Παρά τη ζωτική συμβολή των Αλυκών στις τοπικές κοινωνίες, η κυβέρνηση εδώ και καιρό δρομολογεί την ιδιωτικοποίησή τους χωρίς να έχει παρουσιαστεί καμία τεκμηριωμένη μελέτη που να αιτιολογεί αυτή την επιλογή. Ταυτόχρονα, δεν έχει προηγηθεί ουσιαστική διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες και τους Δήμους, οι οποίοι είναι και μέτοχοι της εταιρείας, γεγονός που συνιστά κατάφωρη απαξίωση της αυτοδιοίκησης και της τοπικής δημοκρατίας.
Η συγκεκριμένη επιλογή εντάσσεται σε μια γενικευμένη πολιτική εκποίησης δημόσιων υποδομών και φυσικών πόρων, ακόμη και όταν αυτοί είναι βιώσιμοι και οικονομικά αποδοτικοί. Πρόκειται για μια πολιτική που υπηρετεί αποκλειστικά τη στενή, βραχυπρόθεσμη δημοσιονομική λογική, αδιαφορώντας για το μακροπρόθεσμο δημόσιο συμφέρον, την περιφερειακή ανάπτυξη και την περιβαλλοντική προστασία.
Με την Ερώτησή του, ο Βουλευτής καλεί την κυβέρνηση και τα αρμόδια Υπουργεία να δώσουν σαφείς απαντήσεις:
Για ποιον λόγο προωθείται η ιδιωτικοποίηση μιας κερδοφόρας και στρατηγικής σημασίας δημόσιας εταιρείας, σε ποιες περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές μελέτες βασίζεται αυτή η απόφαση και με ποιον τρόπο προτίθεται η κυβέρνηση να διασφαλίσει τα εργασιακά δικαιώματα, την προστασία του περιβάλλοντος και τα συμφέροντα των τοπικών κοινωνιών.
Η κυβέρνηση οφείλει να αντιληφθεί ότι η ιδιωτικοποίηση κερδοφόρων και κομβικών για την περιφέρεια δημόσιων επιχειρήσεων δεν είναι απλώς μια οικονομική επιλογή. Αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη διαχείριση των φυσικών πόρων, τον ρόλο του Δημοσίου και –τελικά– τη στήριξη ή την εγκατάλειψη της τοπικής κοινωνίας.
