Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026
Σε επίκαιρο κείμενό του του που αφορά την συμφωνία«Mercosur» ο βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας του ΣΥΡΙΖΑ, Μίλτος Ζαμπάρας, επισημαίνει τα εξής: «Συμφωνία Ε.Ε. – MERCOSUR - Ποιο είναι το «πίσω κείμενο»; Αφορά και εσένα που δεν είσαι αγρότης.
Η συμφωνία Ε.Ε. – MERCOSUR λειτουργεί ως επιταχυντής μιας ήδη εξελισσόμενης αναδιάρθρωσης, όπου η γη και η παραγωγή περνούν συστηματικά από τα χέρια των πολλών στα χέρια των λίγων. Με άλλα λόγια πρόκειται για μια ανακατανομή ισχύος.
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά:
1. Οι αριθμοί αποκαλύπτουν ότι η Ελλάδα εισέρχεται στη συμφωνία από την εξής θέση: Εισαγωγές αγροτικών προϊόντων από χώρες της Ε.Ε. – MERCOSUR άνω των 450 εκατ. ευρώ ετησίως, έναντι εξαγωγών μόλις 30–35 εκατ. ευρώ. Μια αναλογία μεγαλύτερη του 13 προς 1 εις βάρος της ελληνικής παραγωγής, η οποία με τη κατάργηση δασμών όχι μόνο δεν διορθώνεται αλλά χειροτερεύει.
Στο βόειο κρέας, 100.000 τόνοι εισέρχονται σε μια αγορά όπου το κόστος παραγωγής στην Ελλάδα υπερβαίνει εκείνο σε Βραζιλία και Αργεντινή. Η προβλέψιμη συνέπεια είναι συμπίεση τιμών παραγωγού κατά 15–20%, που μεταφράζεται σε απώλειες για τον Έλληνα κτηνοτρόφο και συνολική απώλεια άνω των 150 εκατ. ευρώ τον χρόνο για τον κλάδο. Στα δημητριακά και τις ζωοτροφές, το κόστος παραγωγής καλαμποκιού στην Ελλάδα (0,23 €/κιλό) δεν μπορεί να ανταγωνιστεί το εισαγόμενο προϊόν. Μια διαφορά λίγων λεπτών αρκεί για να μηδενίσει το εισόδημα, οδηγώντας σε πτώση τιμών 10–15% και σημαντικές απώλειες. Στο ελληνικό μέλι, και σε άλλα προϊόντα υψηλής ποιότητας το ίδιο.
Αθροιστικά, οι συντηρητικές εκτιμήσεις συγκλίνουν σε απώλεια της αξίας της ελληνικής αγροτικής παραγωγής, δηλαδή σε 700 εκατ. έως 1 δισ. ευρώ ετησίως.
2. Όταν οι τιμές παραγωγού συμπιέζονται κάτω από το κόστος, ο μικρός και μεσαίος αγρότης δεν έχει περιθώρια προσαρμογής. Δεν διαθέτει αποθέματα, δεν έχει πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό με ευνοϊκούς όρους, δεν μπορεί να αντέξει συνεχόμενες ζημιογόνες χρονιές. Αντίθετα, οι μεγάλες αγροδιατροφικές επιχειρήσεις και τα επενδυτικά κεφάλαια μπορούν να απορροφήσουν τις απώλειες, να πιέσουν περαιτέρω τις τιμές και τελικά να εξαγοράσουν γη και παραγωγικές μονάδες σε εξευτελιστικές αξίες. Αυτό ακριβώς έχει συμβεί σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπου η γεωργική γη συγκεντρώθηκε σε τεράστιες εκτάσεις λίγων εταιρειών, εκτοπίζοντας εκατομμύρια μικρούς παραγωγούς.
Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, όταν ένας κτηνοτρόφος χάνει 150 ή 200 ευρώ ανά ζώο λόγω συμπίεσης τιμών, δεν χάνει απλώς εισόδημα, χάνει τη δυνατότητα να συνεχίσει. Η γη του, τα βοσκοτόπια, οι εγκαταστάσεις του μετατρέπονται σε αδρανή περιουσιακά στοιχεία που σύντομα αλλάζουν χέρια. Έτσι, η γη παύει να είναι μέσο παραγωγής και γίνεται χρηματοοικονομικό asset.
Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλές περιοχές της ελληνικής υπαίθρου, την ίδια στιγμή που οι αγρότες εγκαταλείπουν καλλιέργειες, εμφανίζονται επενδυτικά σχήματα για αγορά γης είτε για μεγάλης κλίμακας αγροτική εκμετάλλευση είτε για ενεργειακές χρήσεις.
3. Το μοτίβο είναι γνωστό: όταν η εγχώρια παραγωγή συρρικνώνεται, η χώρα εξαρτάται από διεθνείς αγορές που ελέγχονται από λίγους. Σε περιόδους κρίσεων (πολεμικών, ενεργειακών ή κλιματικών) οι τιμές εκτοξεύονται και το κόστος μετακυλίεται στον καταναλωτή. Ο αγρότης όμως έχει ήδη εξαφανιστεί από την εξίσωση. Δημιουργείται έτσι το παράδοξο μιας κοινωνίας που πληρώνει ακριβότερα την τροφή της, ενώ χάνει τη δυνατότητα να την παράγει.
Σε αυτό το σημείο, η ταξικότητα δεν αφορά μόνο την τιμή, αλλά και την ποιότητα της τροφής. Όσο η εγχώρια παραγωγή υψηλής ποιότητας συρρικνώνεται, τόσο η πρόσβαση σε καθαρά, τοπικά και ελεγχόμενα τρόφιμα μετατρέπεται σε προνόμιο. Οι υψηλές εισοδηματικές τάξεις θα μπορούν να πληρώνουν για πιστοποιημένα, βιολογικά ή τοπικά προϊόντα σε ολοένα υψηλότερες τιμές. Αντίθετα, τα χαμηλότερα εισοδήματα θα ωθούνται μαζικά σε φθηνότερα εισαγόμενα τρόφιμα χαμηλότερων προδιαγραφών, με αυξημένα υπολείμματα φυτοφαρμάκων, προϊόντα γενετικά τροποποιημένων πρώτων υλών ή ακόμη και συνθετικά τρόφιμα βιομηχανικής επεξεργασίας.
4. Το στοιχείο αυτό ενισχύεται από το ίδιο το κανονιστικό πλαίσιο της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur. Στις χώρες της Λατινικής Αμερικής επιτρέπεται η χρήση δραστικών ουσιών φυτοφαρμάκων που έχουν απαγορευτεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση για λόγους δημόσιας υγείας και περιβαλλοντικού κινδύνου. Ουσίες όπως atrazine, carbendazim και paraquat, απαγορευμένες στην ΕΕ, εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ευρέως στη Βραζιλία και σε άλλες χώρες της Mercosur. Παρότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί τυπικά όρια υπολειμμάτων, η μαζική εισαγωγή τέτοιων προϊόντων αυξάνει τον κίνδυνο συστηματικής έκθεσης των καταναλωτών σε χημικά με τεκμηριωμένες επιπτώσεις στο ενδοκρινικό σύστημα, τη γονιμότητα και την παιδική ανάπτυξη.
Έτσι διαμορφώνεται ένα διπλό σύστημα τροφής: από τη μία, τρόφιμα υψηλής ποιότητας, ασφαλή και ακριβά για όσους μπορούν να πληρώσουν, από την άλλη, φθηνά τρόφιμα χαμηλής ποιότητας για τους πολλούς. Η ανισότητα παύει να είναι μόνο εισοδηματική και γίνεται βιολογική, εγγεγραμμένη στο ίδιο το σώμα μέσω της τροφής.
Όποιος ελέγχει την τροφή, ελέγχει αλυσίδες αξίας, πληθυσμούς και πολιτικές αποφάσεις. Όταν μια χώρα εγκαταλείπει τη δική της παραγωγή και βασίζεται στις εισαγωγές, χάνει βαθμούς ελευθερίας. Και όταν η γη συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια, η κοινωνική ανισότητα παγιώνεται γεωγραφικά, ταξικά και πλέον διατροφικά: από τη μία μεγάλοι ιδιοκτήτες, εταιρείες και καταναλωτές «premium» τροφής, από την άλλη εργάτες γης, επισφαλείς καταναλωτές και εγκαταλελειμμένες κοινότητες.
Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur επιταχύνει ακριβώς αυτή τη μετατόπιση ισχύος. Από τη μικρή και μεσαία παραγωγή προς τη συγκέντρωση, από τον τοπικό κοινωνικό έλεγχο προς την πολυεθνική κυριαρχία, από τη γη ως κοινό παραγωγικό πόρο προς τη γη ως αντικείμενο κερδοσκοπίας. Δεν πρόκειται για πρόβλημα «ανταγωνιστικότητας», αλλά για επιλογή που καθορίζει ποια τάξη ελέγχει την τροφή, τη γη και τελικά την ίδια τη ζωή. Και οι αριθμοί, οι εκτιμήσεις και η διεθνής εμπειρία δείχνουν ότι με τέτοιες συμφωνίες ο έλεγχος αυτός απομακρύνεται από τους παραγωγούς και τις τοπικές κοινωνίες και συγκεντρώνεται σε ολοένα λιγότερα, ισχυρότερα κέντρα. Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα. Είναι μετρήσιμο, είναι προβλέψιμο και είναι βαθιά ταξικό.» καταλήγει ο κ. Μίλτος Ζαμπάρας.
